Logo

ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΠΑΠΑ

Κατηγορία: ΠΑΠΑΣ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ Δημοσιευμένο στις Τρίτη, 28 Φεβρουάριος 2012 23:32 Συντάχθηκε από τον/την π. Μάρκος Φώσκολος Προβολές: 1481

MHNYMA TOY ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

ΠΑΠΑ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΙΣτ'

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2013

(46η Παγκόσμια Ημέρα για την Ειρήνη)

 

 

 

(μτφρ στα ελληνικά κ. Πέτρος Ανδριώτης)

 

ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΙ ΕΙΡΗΝΗΣ

 

Κάθε νέο έτος φέρνει μαζί του την προσδοκία ενός καλύτερου κόσμου. Σε αυτή την προοπτική, παρακαλώ το Θεό, Πατέρα της ανθρωπότητας, να μας χορηγεί την ομόνοια και την ειρήνη ώστε να καταστεί δυνατό να εκπληρωθεί για όλους η λαχτάρα για μια ζωή ευτυχισμένη και αίσια.

 

Πενήντα χρόνια μετά την έναρξη της 2ης Συνόδου στο Βατικανό, που ενίσχυσε την αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο, μας ενθαρρύνει η διαπίστωση ότι οι Χριστιανοί, ως Λαός του Θεού σε κοινωνία μαζί Του και σε πορεία ανάμεσα στους ανθρώπους, στρατεύονται μέσα στην ιστορία μοιραζόμενοι χαρές και ελπίδες, θλίψεις και αγωνίες (1), αναγγέλλοντας την εν Χριστώ σωτηρία και προωθώντας την ειρήνη για όλους.

 

Πράγματι η εποχή μας, που σημαδεύεται από την παγκοσμιοποίηση με τις θετικές και αρνητικές πλευρές της, καθώς επίσης και από τις ακόμη εν εξελίξει αιματηρές συγκρούσεις και απειλές πολέμου, αξιώνει μια ανανεωμένη και συλλογική στράτευση για την αναζήτηση του κοινού καλού, της προόδου όλων των ανθρώπων και όλων των διαστάσεων του ανθρώπου.

 

Κρούουν τον κώδωνα του συναγερμού οι εστίες έντασης και αντιθέσεων που προκαλούνται από τις αυξανόμενες ανισότητες μεταξύ πλουσίων και φτωχών και από την επικράτηση μιας εγωιστικής και ατομικιστικής νοοτροπίας που εκδηλώνεται και από έναν υπέρμετρο χρηματοοικονομικό καπιταλισμό. Πέραν των διαφόρων μορφών διεθνούς τρομοκρατίας και εγκληματικότητας, επικίνδυνοι για την ειρήνη είναι οι  φονταμενταλισμοί και φανατισμοί που αλλοιώνουν την αληθινή φύση της θρησκείας η οποία καλείται να προάγει  την κοινωνία και τη συμφιλίωση μεταξύ των ανθρώπων.

 

Παρόλα αυτά, τα ποικίλα έργα ειρήνης που είναι πολλά και διάσπαρτα ανά τον κόσμο, μαρτυρούν την έμφυτη κλήση της ανθρωπότητας για ειρήνη. Στον κάθε άνθρωπο, η επιθυμία ειρήνης συνιστά ουσιαστική επιδίωξη που κατά κάποιο τρόπο συμπίπτει με την επιθυμία για μια πλήρη, ευτυχισμένη και πλήρως ολοκληρωμένη ζωή. Με άλλα λόγια, η επιθυμία για ειρήνη ανταποκρίνεται σε μια θεμελιώδη ηθική αρχή, δηλαδή στο καθήκον-δικαίωμα για μια ολοκληρωμένη ανάπτυξη, κοινωνική και κοινοτική, που αποτελεί μέρος του σχεδίου του Θεού για τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για την ειρήνη που είναι δώρο του Θεού.

 

Όλα αυτά μου έφεραν στο νου τα λόγια του Ιησού Χριστού που μου ενέπνευσαν και το σημερινό μήνυμα: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, διότι αυτοί θα ονομαστούν παιδιά του Θεού» (Μτ. 5,9).

 

Ο ευαγγελικός μακαρισμός

 

2. Οι μακαρισμοί που διακήρυξε ο Ιησούς (βλ. Μτ.5,3-12 και Λκ. 6, 20-23), είναι υποσχέσεις. Πράγματι, στη βιβλική παράδοση ο μακαρισμός είναι ένα φιλολογικό είδος που φέρει πάντοτε μαζί του μια καλή είδηση, δηλαδή ένα ευαγγέλιο, που κορυφώνεται σε μια υπόσχεση. Συνεπώς οι μακαρισμοί δεν είναι μόνο ηθικές συστάσεις των οποίων η τήρηση προβλέπει εν ευθέτω χρόνω – που τοποθετείται συνήθως στην άλλη ζωή – μιαν ανταμοιβή, δηλαδή μια κατάσταση μελλοντικής ευτυχίας. Ο μακαρισμός συνίσταται μάλλον στην εκπλήρωση μιας υπόσχεσης που απευθύνεται σε όλους εκείνους οι οποίοι αφήνονται να οδηγηθούν από τις απαιτήσεις της αλήθειας, της δικαιοσύνης και της αγάπης. Αυτοί που εμπιστεύονται το Θεό και τις υποσχέσεις  Του συχνά στα μάτια του κόσμου φαίνονται αφελείς και μακριά από την πραγματικότητα. Και όμως ο Ιησούς  δηλώνει προς αυτούς ότι όχι μόνο στην άλλη ζωή αλλά ήδη σε αυτήν θα ανακαλύψουν ότι είναι παιδιά του Θεού και ότι ανέκαθεν και για πάντα ο Θεός είναι ολοκληρωτικά αλληλέγγυος μαζί τους. Θα καταλάβουν ότι δεν είναι μόνοι διότι Εκείνος είναι με το μέρος αυτών που στρατεύονται  για την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την αγάπη. Ο Ιησούς, αποκάλυψη της αγάπης του Πατέρα, δεν διστάζει να προσφέρει ως θυσία τον εαυτό του. Όταν υποδεχόμαστε τον Ιησού Χριστό, Θεό και άνθρωπο, βιώνουμε τη χαρούμενη εμπειρία ενός τεράστιου δώρου: τη συμμετοχή μας στην ίδια τη ζωή του Θεού, δηλαδή τη ζωή της χάρης, ενέχυρο μιας ύπαρξης απόλυτα μακάριας. Ο Ιησούς ειδικά μας χαρίζει την αληθινή ειρήνη που γεννιέται από την γεμάτη εμπιστοσύνη συνάντηση  του ανθρώπου με το Θεό.

 

Ο μακαρισμός του Ιησού μας λέει ότι η ειρήνη είναι δώρο μεσσιανικό και ταυτόχρονα έργο ανθρώπινο. Πράγματι, η ειρήνη προϋποθέτει έναν ανθρωπισμό ανοικτό στην υπερβατικότητα. Είναι καρπός  μιας αμοιβαίας δωρεάς, ενός αμοιβαίου εμπλουτισμού, χάρη στη δωρεά που πηγάζει από το Θεό και επιτρέπει να ζούμε με τους άλλους και για τους άλλους. Η ηθική της ειρήνης είναι ηθική της κοινωνίας και του μοιράσματος. Είναι λοιπόν απαραίτητο, οι διάφορες σημερινές κουλτούρες να υπερβούν τις ανθρωπολογίες και τις ηθικές που βασίζονται σε θεωρητικο-πρακτικές υποθέσεις,  καθαρά υποκειμενικές και ωφελιμιστικές, δυνάμει των οποίων οι σχέσεις της συμβίωσης εμπνέονται με κριτήρια εξουσίας ή οφέλους, τα μέσα γίνονται σκοποί και αντιστρόφως, η κουλτούρα και η εκπαίδευση επικεντρώνονται αποκλειστικά πάνω στα εργαλεία, την τεχνική και την αποδοτικότητα.

 

Προϋπόθεση της ειρήνης είναι η διάλυση της δικτατορίας του σχετικισμού και της υπόθεσης μιας ηθικής εντελώς αυτόνομης, που αποκλείει την αναγνώριση του απαραίτητου φυσικού ηθικού νόμου που είναι χαραγμένος από τον Θεό στη συνείδηση κάθε ανθρώπου. Η ειρήνη είναι οικοδόμηση της συμβίωσης με όρους λογικούς και ηθικούς, και στηρίζεται σε ένα θεμέλιο του οποίου το μέτρο (αξία) δεν έχει δημιουργηθεί από τον άνθρωπο αλλά από το Θεό. «Ο Κύριος δύναμη θα δώσει στον λαό του, θα ευλογήσει τον λαό του με την ειρήνη», υπενθυμίζει ο Ψαλμός 29 (στιχ. 11).

 

Η ειρήνη: δώρο του Θεού και έργο του ανθρώπου

 

3. Η ειρήνη αφορά την ολότητα της ανθρώπινης προσωπικότητας και συνεπάγεται την εμπλοκή όλου του ανθρώπου. Είναι ειρήνη με το Θεό, ζώντας σύμφωνα με το θέλημά του. Είναι ειρήνη εσωτερική με τον εαυτό μας και ειρήνη εξωτερική με τον πλησίον και το σύνολο της δημιουργίας. Συνεπάγεται κυρίως, - καθώς έγραψε ο μακάριος Ιωάννης 23ος στην Εγκύκλιό του Pacem in terris (Ειρήνη πάνω στη γη) η οποία συμπληρώνει σε λίγους μήνες την πεντηκοστή επέτειο – την οικοδόμηση μιας συμβίωσης θεμελιωμένης πάνω στην αλήθεια, την ελευθερία, την αγάπη και τη δικαιοσύνη (2). Η άρνηση αυτού που αποτελεί την αληθινή φύση του ανθρώπινου όντος στις ουσιαστικές του διαστάσεις, στην εσωτερική του ικανότητα να διακρίνει το αληθινό και το καλό και, σε τελευταία ανάλυση, τον ίδιο το Θεό, θέτει σε κίνδυνο την οικοδόμηση της ειρήνης. Χωρίς την αλήθεια για τον άνθρωπο που είναι χαραγμένη από τον Πλάστη στην καρδιά του, η ελευθερία και η αγάπη αλλοιώνονται, η δικαιοσύνη χάνει το θεμέλιο πάνω στο οποίο ασκείται.

 

Για να γίνουμε αυθεντικοί οικοδόμοι ειρήνης απαιτούνται δύο θεμελιώδη πράγματα: το ενδιαφέρον για την υπερβατική διάσταση του ανθρώπου και η σταθερή συνομιλία με το Θεό, Πατέρα ευσπλαχνικό, δια της οποίας επικαλούμαστε τη λύτρωση που κατέκτησε για μας ο Μονογενής Υιός του. Με αυτόν τον τρόπο, ο  άνθρωπος μπορεί να νικήσει  το σπέρμα της αμαύρωσης και της άρνησης της ειρήνης  που είναι η αμαρτία σε όλες τις μορφές της: εγωισμός και βία, απληστία και πάθος για δύναμη και κυριαρχία, αδιαλλαξία, μίσος και άδικες δομές.

 

Η επίτευξη της ειρήνης εξαρτάται κυρίως από την παραδοχή ότι είμαστε, εν Θεώ, μια μοναδική  ανθρώπινη οικογένεια. Αυτή διαμορφώνεται, καθώς διδάσκει η εγκύκλιος  Pacem in terris, μέσω διαπροσωπικών σχέσεων και θεσμών που στηρίζονται και διαπνέονται από ένα «εμείς» κοινοτικό και συνεπώς προϋποθέτει μια ηθική τάξη, εσωτερική και εξωτερική, όπου ειλικρινά αναγνωρίζονται, με αλήθεια και δικαιοσύνη, τα αμοιβαία δικαιώματα και καθήκοντα. Η ειρήνη είναι κατάσταση που ζωογονείται και ολοκληρώνεται από την αγάπη, έτσι ώστε να αισθάνεται κανείς ως δικές του, τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του άλλου, να καθιστά τους άλλους μέτοχους στα δικά του αγαθά και να διαδίδει όλο και περισσότερο την κοινωνία των πνευματικών αξιών στον κόσμο. Η ειρήνη είναι κατάσταση που επιτυγχάνεται σε πλαίσιο ελευθερίας, με τρόπο δηλαδή που αρμόζει στην αξιοπρέπεια των προσώπων, τα οποία, από την ίδια τη λογική φύση τους αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους (3).

 

Η ειρήνη δεν είναι ένα όνειρο, δεν είναι μια ουτοπία: είναι κάτι το εφικτό. Τα μάτια μας θα πρέπει να βλέπουν βαθύτερα, πέραν της εξωτερικής όψης των πραγμάτων και των φαινομένων, για να διακρίνουν τη θετική πραγματικότητα που υπάρχει στις καρδιές, διότι κάθε άνθρωπος είναι πλασμένος κατ’εικόνα του Θεού και έχει κληθεί να προοδεύσει συμβάλλοντας στην οικοδόμηση ενός νέου κόσμου. Πράγματι, ο ίδιος ο Θεός, μέσω της σάρκωσης του Υιού και της λύτρωσης που πραγματοποιήθηκε από Αυτόν, εισήλθε στην ιστορία για να δημιουργηθεί  μια νέα κτίση και μια νέα συνθήκη μεταξύ Θεού και ανθρώπου (βλ. Γερεμ.31,31-34), παρέχοντάς μας τη δυνατότητα να έχουμε «μια νέα καρδιά» και «ένα νέο πνεύμα» (Βλ. Εζεκ. 36,26).

 

Ακριβώς γι’ αυτό, η Εκκλησία είναι πεπεισμένη ότι είναι επείγουσα η ανάγκη  μιας νέας αναγγελίας του Ιησού Χριστού, πρώτου και κυριότερου παράγοντα της ολοκληρωμένης ανάπτυξης των λαών αλλά και της ειρήνης.  Ο Ιησούς, πράγματι, είναι η ειρήνη μας, η δικαιοσύνη μας, η συμφιλίωσή μας ( Βλ. Εφ. 2,14. Β! Κορ. 5,18). Ο οικοδόμος ειρήνης, σύμφωνα με τον μακαρισμό του Ιησού, είναι  αυτός που επιζητεί το καλό του άλλου, το ύψιστο καλό της ψυχής και του σώματος, τώρα και στο μέλλον.

 

Από τη διδασκαλία αυτή μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι κάθε πρόσωπο και κάθε κοινότητα – μοναστική, λαϊκή, εκπαιδευτική, πολιτιστική, - καλείται να εργαστεί για την επίτευξη της ειρήνης. Η ειρήνη είναι κυρίως η πραγματοποίηση του κοινού καλού των διαφόρων κοινωνιών, των πρωτόγονων και προηγμένων, των εθνικών, των διεθνών, και της παγκόσμιας κοινωνίας.  Γι’ αυτό ακριβώς, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι οδοί που οδηγούν στην επίτευξη του κοινού καλού είναι ίδιες με αυτές που οφείλουμε να διανύσουμε για να επιτύχουμε την ειρήνη.

 

Οικοδόμοι ειρήνης είναι αυτοί που αγαπούν, υπερασπίζονται και προάγουν τη ζωή στην ολότητά της

 

4. Οδός για την επίτευξη του κοινού καλού και της ειρήνης είναι πριν απόλα ο σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή, στην πολλαπλότητα των όψεών της, αρχίζοντας από τη σύλληψή της, στην ανάπτυξή της και μέχρι το φυσικό της τέλος. Αληθινοί οικοδόμοι ειρήνης είναι λοιπόν, αυτοί που αγαπούν, υπερασπίζονται και προάγουν την ανθρώπινη ζωή σε όλες τις διαστάσεις της: προσωπική, κοινοτική και υπερβατική.  Η ζωή στην πληρότητά της, είναι η αποκορύφωση της ειρήνης. Όποιος θέλει την ειρήνη δεν μπορεί να ανεχθεί απόπειρες και εγκλήματα  κατά της ζωής.

 

Αυτοί που δεν εκτιμούν επαρκώς την αξία της ανθρώπινης ζωής και συνεπώς υποστηρίζουν π.χ. την ελευθερία στις εκτρώσεις, ίσως δεν συνειδητοποιούν ότι με αυτόν τον τρόπο προτείνουν την επιδίωξη μιας απατηλής ειρήνης. Η αποφυγή των ευθυνών, που αλλοιώνει την ανθρώπινη προσωπικότητα, και ακόμη περισσότερο ο φόνος ενός ανυπεράσπιστου και αθώου πλάσματος, δεν θα μπορέσουν ποτέ να αποφέρουν ευτυχία ή ειρήνη. Πώς είναι δυνατό πράγματι να επιτευχθεί η ειρήνη, η ολοκληρωμένη ανάπτυξη των λαών ή  η ίδια η προστασία του περιβάλλοντος χωρίς να έχει προστατευθεί το δικαίωμα στη ζωή των πιο αδύναμων αρχίζοντας από τους μελλογέννητους; Κάθε θανάσιμος τραυματισμός της ζωής, ειδικά στο ξεκίνημά της, προκαλεί αναπόφευκτα βλάβες ανεπανόρθωτες στην ανάπτυξη, στην ειρήνη, στο περιβάλλον. Ούτε είναι σωστό να κωδικοποιούνται εσφαλμένα δικαιώματα ή επιθυμίες που στηρίζονται  σε  μια περιοριστική και σχετικιστική θεώρηση του ανθρώπινου όντος και στην επιδέξια χρήση διφορούμενων εκφράσεων που σκοπό έχουν να υποστηρίξουν ένα υποτιθέμενο δικαίωμα στην έκτρωση και στην ευθανασία. Αυτό  θέτει σε κίνδυνο το θεμελιώδες δικαίωμα στη ζωή.

 

Και η φυσική δομή του γάμου θα πρέπει να αναγνωρίζεται και να προάγεται ως ένωση μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας σε αντίθεση με τις απόπειρες να τον καταστήσουν νομικά ισότιμο με μορφές  ένωσης ριζικά διαφορετικές που στην πραγματικότητα τον βλάπτουν και συμβάλλουν στην αποσταθεροποίησή του συσκοτίζοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του και τον αναντικατάστατο κοινωνικό του ρόλο.

 

Τα παραπάνω δεν συνιστούν αλήθειες πίστης, ούτε είναι μια παροχή που πηγάζει από το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία. Οι αρχές αυτές είναι χαραγμένες στην ίδια την ανθρώπινη φύση, αναγνωρίσιμες δια της λογικής και συνεπώς κοινές σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η δράση της Εκκλησίας για την προώθησή τους δεν έχει λοιπόν ομολογιακό χαρακτήρα, αλλά απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους ένταξη. Παρόμοια δράση είναι τόσο περισσότερο αναγκαία όσο περισσότερο οι αρχές αυτές απορρίπτονται ή κακώς κατανοούνται, διότι αυτό αποτελεί προσβολή προς την αλήθεια της ανθρώπινης προσωπικότητας, και σοβαρό τραύμα  που δέχεται η δικαιοσύνη και η ειρήνη.

 

Για το λόγο αυτό είναι επίσης σημαντική η συνεργασία για την ειρήνη ώστε οι νομικές διευθετήσεις και η διαχείριση της δικαιοσύνης να αναγνωρίζουν το δικαίωμα  στη χρήση της συνειδησιακής αντίρρησης εμπρός σε νόμους και μέτρα κυβερνητικά που προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όπως η άμβλωση και η ευθανασία.

 

Μεταξύ των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που συμβάλλουν και στην ειρηνική ζωή των λαών είναι το δικαίωμα των μεμονωμένων ανθρώπων και των κοινοτήτων στη θρησκευτική ελευθερία. Σε αυτή την ιστορική στιγμή, καθίσταται ολοένα και πιο σημαντικό να προωθείται  το δικαίωμα αυτό όχι μόνο από την αρνητική άποψη, ως ελευθερία από – π.χ. από υποχρεώσεις και εξαναγκασμούς αναφορικά με την ελευθερία του καθένα στην επιλογή της θρησκείας του -, αλλά και από την θετική άποψη, στις διάφορες διαρθρώσεις της, ως ελευθερία να: π.χ. να μπορούν οι πολίτες να δίνουν μαρτυρία της θρησκείας τους, να αναγγέλλουν και να διαδίδουν τη διδασκαλία τους, να επιτελούν έργα εκπαιδευτικά φιλανθρωπίας και αρωγής που επιτρέπουν την εφαρμογή των θρησκευτικών αρχών τους, να υπάρχουν και να δρουν ως κοινωνικοί οργανισμοί δομημένοι σύμφωνα με τις αρχές της διδασκαλίας και τους θεσμικούς σκοπούς της θρησκείας τους. Δυστυχώς, ακόμη και σε Χώρες με αρχαία χριστιανική παράδοση, πολλαπλασιάζονται τα επεισόδια θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, ειδικά ενάντια στον χριστιανισμό και σε αυτούς που απλά φέρουν τα σημάδια ταυτότητας της θρησκείας τους.

 

Ο οικοδόμος ειρήνης πρέπει να έχει υπόψη του ότι, συνεχώς αυξανόμενα τμήματα της κοινής γνώμης, επηρεασμένα από τον άκρατο οικονομικό φιλελευθερισμό και την τεχνοκρατία, οδηγούνται στην πεποίθηση ότι η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει να επιτευχθεί ακόμη και με την υποβάθμιση της κοινωνικής λειτουργίας του Κράτους και των δικτύων αλληλεγγύης της κοινωνίας των πολιτών, καθώς επίσης και των κοινωνικών δικαιωμάτων και καθηκόντων. Ωστόσο ας μη λησμονούμε ότι αυτά τα δικαιώματα και καθήκοντα  είναι θεμελιώδη για την πλήρη απόκτηση άλλων, αρχίζοντας από τα αστικά και πολιτικά.

 

 

 

Μεταξύ των κοινωνικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που σήμερα απειλούνται περισσότερο είναι το δικαίωμα στην εργασία. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ολοένα και περισσότερο η εργασία και η ορθότητα του νομικού πλαισίου των εργαζομένων υποτιμώνται από την στιγμή που η οικονομική ανάπτυξη θεωρείται ότι εξαρτάται πάνω απ’ όλα από την πλήρη ελευθερία των αγορών. Έτσι η εργασία θεωρείται  μια μεταβλητή που εξαρτάται από τους χρηματοοικονομικούς μηχανισμούς. Επί του θέματος αυτού επιθυμώ να τονίσω ξανά ότι η αξιοπρέπεια του ανθρώπου και οι οικονομικοί. κοινωνικοί και πολιτικοί λόγοι, απαιτούν να συνεχίσουμε «να επιδιώκουμε ως προτεραιότητα τον στόχο της πρόσβασης στην εργασία ή τη διατήρησή της για όλους» (4). Ενόψει της επίτευξης του φιλόδοξου αυτού στόχου είναι απαραίτητη μια ανανεωμένη εξέταση της εργασίας που να στηρίζεται σε ηθικές και πνευματικές αξίες προκειμένου να ενισχυθεί η έννοιά της ως θεμελιώδες καλό  για το άτομο, την οικογένεια, την κοινωνία. Στο καλό αυτό αντιστοιχούν υποχρεώσεις και δικαιώματα που απαιτούν θαρραλέες και νέες πολιτικές εργασίας.

 

Να οικοδομήσουμε το αγαθό της ειρήνης μέσω ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης και οικονομίας

 

5. Αναγνωρίζεται  από πολλούς, ότι σήμερα είναι αναγκαίο ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης και μια νέα θεώρηση της οικονομίας. Τόσο μια ολοκληρωμένη ανάπτυξη, αλληλέγγυα και πειστική, όσο το κοινό καλό, απαιτούν μια σωστή κλίμακα αγαθών-αξιών που να δομείται έχοντας το Θεό ως ύψιστη αναφορά. Δεν αρκεί να έχεις στη διάθεσή σου πολλά μέσα και πολλές ευκαιρίες επιλογής, ακόμη και αν αυτά είναι αξιόλογα. Τόσο τα πολλαπλά λειτουργικά μέσα για την ανάπτυξη όσο και οι ευκαιρίες επιλογής θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με την προοπτική μιας καλής ζωής, μιας ορθής συμπεριφοράς, που να αναγνωρίζει το πρωτείο της πνευματικής διάστασης και την έκκληση προς επίτευξη του κοινού καλού. Σε αντίθετη περίπτωση, αυτά τα μέσα και ευκαιρίες επιλογής, χάνουν την αληθινή αξία τους και καταλήγουν να γίνονται νέα είδωλα.

 

Για να βγούμε από τη σημερινή χρηματοοικονομική κρίση – που έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των ανισοτήτων – χρειάζονται πρόσωπα, ομάδες, και θεσμοί που να προάγουν τη ζωή διευκολύνοντας την ανθρώπινη δημιουργικότητα ώστε να αντληθούν, ακόμη και από την κρίση, μια ευκαιρία διάκρισης και ένα νέο μοντέλο οικονομίας. Το μοντέλο που ίσχυσε τις τελευταίες δεκαετίες επεδίωκε την αναζήτηση της μεγιστοποίησης του κέρδους και της κατανάλωσης σε μια ατομικιστική και εγωιστική οπτική, εννοούσα να αξιολογεί τα άτομα μόνο από την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της ανταγωνιστικότητας. Ενώ σε μια άλλη προοπτική φθάνει κανείς στην αληθινή και σταθερή επιτυχία με τη δωρεά του εαυτού του, των διανοητικών ικανοτήτων του, της επιχειρηματικότητάς του, αφού η βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, δηλαδή η αυθεντικά ανθρώπινη, έχει ανάγκη από την αρχή της καθαρής δωρεάς ως έκφραση αδελφοσύνης και της λογικής του δώρου (5). Συγκεκριμένα, ο οικοδόμος ειρήνης, διαμορφώνεται, στην οικονομική δραστηριότητα,  ως αυτός που εγκαθιστά με τους συνεργάτες και τους συναδέλφους, με τους εργοδότες και τους χρήστες, σχέσεις τιμιότητας και αμοιβαιότητας. Ασκεί την οικονομική δραστηριότητα για το κοινό καλό, βιώνει τη στράτευσή του ως κάτι που εκτείνεται πέραν του δικού του συμφέροντος, προς όφελος των γενεών του παρόντος και του μέλλοντος. Με αυτό τον τρόπο, εργάζεται όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για να χαρίσει στους άλλους ένα μέλλον και μια αξιοπρεπή εργασία.

 

Στον τομέα της οικονομίας, απαιτούνται, ιδιαίτερα από μέρους των Κρατών, πολιτικές βιομηχανικής και αγροτικής ανάπτυξης που να προωθούν την κοινωνική πρόοδο και τη διεθνοποίηση ενός Κράτους δικαίου και δημοκρατικού. Είναι επίσης θεμελιώδης και απαραίτητη η ηθική διάρθρωση των χρηματιστηριακών, χρηματοδοτικών και εμπορικών αγορών. Θα πρέπει να είναι σταθερές, να συντονίζονται και να ελέγχονται περισσότερο, ώστε να μην επιβαρύνουν τους φτωχότερους. Η φροντίδα των διαφόρων   οικοδόμων ειρήνης πρέπει ακόμη να στραφεί – με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα από αυτήν που επέδειξαν μέχρι σήμερα -  στη μελέτη της διατροφικής κρίσης που είναι σοβαρότερη από εκείνη της χρηματοδότησης. Το ζήτημα της εξασφάλισης των προμηθειών για τη διατροφή, έχει καταστεί κεντρικό στη διεθνή πολιτική ατζέντα εξαιτίας των κρίσεων που είναι συνδεδεμένες, μεταξύ άλλων, με τις αιφνίδιες διακυμάνσεις των τιμών των αγροτικών πρώτων υλών, με τις ανεύθυνες συμπεριφορές ορισμένων οικονομικών παραγόντων και με έναν ανεπαρκή έλεγχο από μέρους των Κυβερνήσεων και της διεθνούς Κοινότητας.

 

Για να αντιμετωπιστεί αυτή η κρίση, οι οικοδόμοι ειρήνης καλούνται να συνεργαστούν μεταξύ τους με πνεύμα αλληλεγγύης, τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, στοχεύοντας να θέσουν τους αγρότες, ιδιαίτερα των μικρών αγροτικών περιοχών, σε κατάσταση που να μπορούν να αναπτύξουν τη δραστηριότητά τους με τρόπο αξιοπρεπή και σταθερό από πλευράς κοινωνικής, περιβαλλοντικής και οικονομικής.

 

Εκπαίδευση για μια κουλτούρα ειρήνης: ο ρόλος  της οικογένειας και των θεσμών

 

6. Επιθυμώ να τονίσω με έμφαση ότι οι πολλαπλοί οικοδόμοι ειρήνης καλούνται να καλλιεργήσουν το πάθος για το κοινό καλό της οικογένειας, για την κοινωνική δικαιοσύνη, καθώς επίσης και για τη στράτευση για μια έγκυρη κοινωνική διαπαιδαγώγηση.

 

Δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει ή να υποτιμήσει τον αποφασιστικό ρόλο της οικογένειας, ως  βασικού κυττάρου της κοινωνίας, από την δημογραφική, παιδαγωγική, οικονομική και πολιτική άποψη. Αυτή έχει τη φυσική κλήση να προάγει τη ζωή: συνοδεύει τα άτομα στην ανάπτυξή τους και τα παροτρύνει στην αμοιβαία ενδυνάμωση μέσω της αμοιβαίας φροντίδας. Ειδικά η χριστιανική οικογένεια έχει μέσα της έμφυτο το σχέδιο διαπαιδαγώγησης των προσώπων κατά το μέτρο της θείας αγάπης. Η οικογένεια είναι ένα από τα απαραίτητα κοινωνικά υποκείμενα για τη διαμόρφωση μιας κουλτούρας ειρήνης. Οφείλουμε να προστατεύουμε το δικαίωμα των γονέων και τον πρωταρχικό τους ρόλο στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, προπάντων στον ηθικό και θρησκευτικό τομέα. Μέσα στην οικογένεια γεννιούνται και αναπτύσσονται οι οικοδόμοι ειρήνης, οι μελλοντικοί προαγωγοί μιας κουλτούρας της ζωής και της αγάπης (6).

 

Σε αυτό το τεράστιο έργο διαπαιδαγώγησης στην ειρήνη εμπλέκονται, κατά ιδιαίτερο τρόπο, οι μοναστικές κοινότητες. Η Εκκλησία συμμετέχει σε μια τόσο μεγάλη ευθύνη μέσω του νέου ευαγγελισμού, του οποίου τα θεμέλια είναι η μεταστροφή στην αλήθεια και στην αγάπη του Χριστού και συνεπώς, η πνευματική και η ηθική αναγέννηση  των ατόμων και της κοινωνίας. Η συνάντηση με τον Ιησού Χριστό γεννά τους οικοδόμους ειρήνης στρατεύοντάς τους στο έργο κοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων και  εξάλειψης των αδικιών.

 

Ειδική αποστολή, αναφορικά με την ειρήνη, έχουν οι πολιτιστικοί θεσμοί των σχολείων και των πανεπιστημίων. Από αυτά ζητείται μια αξιόλογη συμβολή όχι μόνο στην εκπαίδευση των νέων γενεών των leader αλλά και στην ανανέωση των δημοσίων, εθνικών και διεθνών θεσμών. Μπορούν επίσης να συμβάλλουν σε έναν επιστημονικό στοχασμό που να ριζώνει τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες σε ένα στέρεο ανθρωπολογικό και ηθικό θεμέλιο. Ο σημερινός κόσμος, ιδιαίτερα ο πολιτικός, έχει ανάγκη από νέες ιδέες για να υπερβεί την υπερβολική χρήση τεχνικών όρων και να εναρμονίσει τις πολλαπλές πολιτικές τάσεις ενόψει του κοινού καλού. Ο κόσμος αυτός, ως σύνολο θετικών διαπροσωπικών και θεσμικών σχέσεων στην υπηρεσία της ολοκληρωμένης ανάπτυξης των ατόμων και των ομάδων, αποτελεί τη βάση κάθε αληθινής εκπαίδευσης για την ειρήνη.

 

Μια παιδαγωγική των οικοδόμων ειρήνης

 

7. Εν κατακλείδι, προβάλλει η αναγκαιότητα να προτείνουμε και να προωθήσουμε μια παιδαγωγική της ειρήνης. Αυτή απαιτεί μια πλούσια εσωτερική ζωή, σαφείς και έγκυρες ηθικές αναφορές, κατάλληλες στάσεις και τρόπους ζωής. Πράγματι, τα έργα ειρήνης συμβάλλουν στην επίτευξη του κοινού καλού και προκαλούν το ενδιαφέρον για την ειρήνη μέσω της κατάλληλης εκπαίδευσης. Σκέψεις, λόγια, ενέργειες ειρήνης δημιουργούν μια νοοτροπία και μια κουλτούρα ειρήνης, μια ατμόσφαιρα σεβασμού, τιμιότητας, και εγκαρδιότητας. Είναι ανάγκη επομένως να διδάξουμε στους ανθρώπους να αγαπά ο ένας τον άλλο και να εκπαιδεύονται για την ειρήνη, να ζουν περισσότερο με καλοσύνη και όχι με απλή ανεκτικότητα. Θεμελιώδης ενθάρρυνση είναι «να λες όχι στην εκδίκηση, να αναγνωρίζεις τα λάθη σου, να δέχεσαι  τις συγγνώμες χωρίς να τις αναζητάς, τέλος να συγχωρείς» (7), έτσι ώστε τα λάθη και οι προσβολές να μπορούν να αναγνωρίζονται αληθινά για να πορεύεσαι μαζί προς τη συμφιλίωση. Τούτο απαιτεί τη διάδοση μιας παιδαγωγικής της ειρήνης. Το κακό, πράγματι, νικάται δια του καλού, και η δικαιοσύνη πρέπει να αναζητείται στη μίμηση με τον Θεό Πατέρα που αγαπά όλα τα παιδιά Του (βλ. Μτ. 5,21-48).  Είναι ένα έργο αργό, διότι υποθέτει μια πνευματική πρόοδο, μια εκπαίδευση στις πιο υψηλές αξίες, μια νέα θεώρηση της ανθρώπινης ιστορίας. Θα πρέπει να αρνηθούμε την ψεύτική ειρήνη την οποία υπόσχονται τα είδωλα αυτού του κόσμου και τους κινδύνους που τη συνοδεύουν, την ψεύτικη  εκείνη ειρήνη που καθιστά τις συνειδήσεις όλο και πιο ψυχρές, που οδηγεί στην αναδίπλωση στον εαυτό μας, σε μια ύπαρξη ατροφική που ζει μέσα στην αδιαφορία. Αντιθέτως, η παιδαγωγική της ειρήνης, συνεπάγεται δράση, συμπόνια, αλληλεγγύη, θάρρος και επιμονή.

 

Ο Ιησούς ενσαρκώνει το σύνολο των στάσεων αυτών στη ζωή του, μέχρι την ολοκληρωτική δωρεά του εαυτού του, μέχρι του σημείου «να χάσει τη ζωή» (βλ. Μτ. 10,39. Λκ. 17,33. Ιω. 12,25). Υπόσχεται στους μαθητές του ότι, αργά ή γρήγορα, θα κάνουν την εκπληκτική ανακάλυψη για την οποία μιλήσαμε στην αρχή, δηλαδή ότι στον κόσμο είναι παρών ο Θεός, ο Θεός του Ιησού, ολότελα αλληλέγγυος με τους ανθρώπους. Στο πλαίσιο αυτό, θα ήθελα να υπενθυμίσω την προσευχή με την οποία ζητούμε από το Θεό να μας καταστήσει εργαλεία της ειρήνης, για να φέρουμε  την αγάπη του εκεί όπου υπάρχει μίσος, τη συγχώρηση όπου υπάρχει προσβολή, την αληθινή πίστη όπου υπάρχει αμφιβολία. Από τη μεριά μας, μαζί με τον μακάριο Ιωάννη 23ο, ζητούμε από το Θεό να φωτίσει τους υπευθύνους των λαών, ώστε μεριμνώντας για τη σωστή ευημερία των πολιτών τους, να εγγυώνται και να υπερασπίζονται επίσης το πολύτιμο δώρο της ειρήνης. Ζητούμε ακόμη να δυναμώσει τη θέληση όλων για να ξεπερνούν τα εμπόδια που χωρίζουν, να ενισχύουν τους δεσμούς της αμοιβαίας αγάπης, να δείχνουν κατανόηση στους άλλους και να συγχωρούν αυτούς που διέπραξαν αδικίες, έτσι ώστε με τη δύναμη της χάρης Του, όλοι οι λαοί της γης να αισθάνονται αδέλφια,  να ανθίζει και να βασιλεύει σ΄αυτούς πάντοτε η πολυπόθητη ειρήνη (8).

 

Με την επίκληση αυτή, εύχομαι να μπορούν όλοι να γίνουν αληθινοί εργάτες και οικοδόμοι ειρήνης, ώστε  η κοινωνία να προοδεύει, με πνεύμα αδελφοσύνης,  στην ευημερία και στην ειρήνη.

 

Από το Βατικανό, 8  Δεκεμβρίου 2012

 

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ 16ος

 

Μετάφραση από τα Ελληνικά : Πέτρος Ανδριώτης

 

 

 

[1] Βλ.  2η ΟΙΚΟΥΜ. ΣΥΝΟΔ. ΒΑΤΙΚ.,  Ποιμαντική Διάταξη για την Εκκλησία μέσα στο σύγχρονο κόσμο Gaudium et spes, 1.

 

[2]  Βλ. Εγκ. Επιστ.. Pacem in terris (Ειρήνη επί της γης) (11 Απριλίου 1963): AAS 55 (1963), 265-266.

 

[3] Βλ. ίδιο: AAS 55 (1963), 266.

 

[4] ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ 16ος, Εγκύκλιος Επιστολή,  Η αγάπη εν αληθεία Caritas in veritate (29 Ιουνίου 2009), 32: AAS 101 (2009), 666-667.

 

[5] Βλ. Ίδιο: 36: AAS 101 (2009), 668-670 e 671-672.

 

[6] Βλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΥΛΟΣ 2ος, Μήνυμα για την παγκόσμια ημέρα ειρήνης 1993): AAS 86 (1994), 156-162.

 

[7] ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ 16ος, Ομιλία επ’ ευκαιρία της Συνάντησης με τα μέλη της Κυβέρνησης, των θεσμών της Δημοκρατίας, με το διπλωματικό σώμα, τους θρησκευτικούς αρχηγούς, και αντιπροσωπείες του κόσμου της κουλτούρας  Baabda-Libano (15 Σεπτεμβρίου 2012): LOsservatore Romano, 16 Σεπτεμβρίου 2012, σ. 7.

 

[8] Βλ. Εγκ.. Επιστ.. Pacem in terris (11 Απριλίου 1963): AAS 55 (1963), 304.

 

 

ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΠΑΠΑ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΧVI 


 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ 2012

«Ας δείξουμε προσοχή ο ένας προς τον άλλο, προκαλώντας έτσι την αγάπη και τα καλά έργα» (Εβρ 10,24)

Αδελφοί και Αδελφές,

Η Τεσσαρακοστή μας προσφέρει για μια ακόμα φορά την ευκαιρία να σκεφτούμε εκείνο που αποτελεί την καρδιά της χριστιανικής ζωής, δηλ. την αγάπη. Πράγματι, είναι ένας κατάλληλος καιρός ώστε, με τη βοήθεια του Λόγου του Θεού και των Μυστηρίων, να ανανεώσουμε την  πορεία της πίστης μας, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο. Πρόκειται για μια πορεία που σημαδεύεται από την προσευχή και τo μοίρασμα, τη σιωπή και τη νηστεία, αναμένοντας να ζήσουμε την πασχαλινή χαρά.

Φέτος επιθυμώ να προτείνω μερικές σκέψεις κάτω από το φως ενός σύντομου βιβλικού κειμένου από την Επιστολή προς Εβραίους: «Ας δείξουμε προσοχή ο ένας προς τον άλλο, προκαλώντας έτσι την αγάπη και τα καλά έργα» (Εβρ 10,24). Πρόκειται για μια φράση που βρίσκεται σε μια περικοπή όπου ο ιερός συγγραφέας προτρέπει να εμπιστευτούμε τον Ιησού Χριστό αρχιερέα, ο οποίος απέκτησε για μας τη συγγνώμη και την πρόσβαση προς τον Θεό. Ο καρπός της υποδοχής του Χριστού είναι μια ζωή που ξεδιπλώνεται σύμφωνα με τις τρεις θεολογικές αρετές: πρόκειται να προσέλθουμε στον Κύριο «με ειλικρινή καρδιά και με την πληρότητα της πίστεως» (εδ 22), να κρατήσουμε «σταθερή την ομολογία της ελπίδας μας» (εδ 23), με τη συνεχή προσοχή να εξασκούμε μαζί με τους αδελφούς μας «την αγάπη και τα αγαθά έργα» (εδ 24). Λέει ακόμα, πως για να στηρίξουμε αυτή την ευαγγελική διαγωγή είναι σημαντικό να συμμετέχουμε στις λειτουργικές συνάξεις και στην προσευχή της κοινότητας, κοιτάζοντας προς τον εσχατολογικό σκοπό, που είναι η πλήρης κοινωνία με τον Θεό (εδ 25). Σταματώ στο εδ 24, το οποίο με σύντομο τρόπο προσφέρει μια πολύτιμη και πάντοτε επίκαιρη διδασκαλία πάνω στις τρεις όψεις της χριστιανικής ζωής: την προσοχή προς τον άλλο, την αμοιβαιότητα και την προσωπική αγιότητα.

  1. 1.«Ας δείξουμε προσοχή»: η ευθύνη προς τον αδελφό.

Το πρώτο στοιχείο είναι η πρόσκληση να «δείξουμε προσοχή». Η ελληνική λέξη που χρησιμοποιείται, είναι «κατανοώ», που σημαίνει προσέχω καλά, κοιτάζω με επίγνωση, αντιλαμβάνομαι μια πραγματικότητα. Βρίσκουμε αυτή τη λέξη στο Ευαγγέλιο, όταν ο Ιησούς  προσκαλεί τους μαθητές να «προσέξουν» τα πουλιά του ουρανού, τα οποία χωρίς να αγωνιούν γίνονται αντικείμενο της φροντίδας και του ενδιαφέροντος της θείας Πρόνοιας (βλ. Λκ 12,24), και να «αντιληφθούμε» το δοκάρι που υπάρχει στο δικό μας μάτι πριν κοιτάξουμε το άχυρο στο μάτι του αδελφού (βλ. Λκ 6,41). Βρίσκουμε την ίδια αυτή λέξη και σε ένα άλλο σημείο της Επιστολής προς Εβραίους, ως πρόσκληση να «κατανοήσουμε καλά ποιος είναι ο Ιησούς» (3,1), ο απόστολος και αρχιερέας της πίστεώς μας. Οπότε, το ρήμα «κατανοώ» με το οποίο ανοίγει αυτή η προτροπή, μας προσκαλεί να καρφώσουμε το βλέμμα μας πάνω στον άλλο. Πριν απ’ όλους πάνω στον Ιησού και να είμαστε προσεκτικοί οι μεν προς τους δε, να μη συμπεριφερόμαστε σαν ξένοι, αδιάφοροι για την τύχη των αδελφών μας.

Συχνά όμως, συμβαίνει το αντίθετο: αδιαφορία και έλλειψη ενδιαφέροντος, που γεννάει ο εγωισμός, ο οποίος κρύβεται πίσω από το προσωπείο του «σεβασμού προς την ιδιωτικότητα». Και σήμερα αντηχεί με δύναμη η φωνή του Κυρίου που καλεί τον καθένα μας να λαβαίνει φροντίδα για τον άλλο. Και σήμερα ο Θεός μας ζητά να είμαστε «φύλακες» των αδελφών μας (βλ. Γεν 4,9), να ξεκινάμε σχέσεις που να χαρακτηρίζονται από αμοιβαίο ενδιαφέρον, από προσοχή για το καλό του άλλου και για «όλο του» το καλό. Η μεγάλη εντολή της αγάπης προς τον πλησίον απαιτεί και ωθεί να συνειδητοποιήσουμε πως έχουμε ευθύνη προς όποιον, σαν κι εμένα, είναι πλάσμα και τέκνο του Θεού. Το να είμαστε αδέλφια ως άνθρωποι και πολλές φορές και στην πίστη, πρέπει να μας οδηγεί να βλέπουμε στον άλλο το «alter ego» (=τον άλλο μας εαυτό), που ο Κύριος έχει αγαπήσει με άπειρη αγάπη. Αν καλλιεργήσουμε αυτό το βλέμμα αδελφοσύνης, η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη, όπως και η ευσπλαχνία και η συμπάθεια θα πηγάσουν κατά φυσικό τρόπο από την καρδιά μας. Ο Δούλος του Θεού πάπας Παύλος 6ος  έλεγε ότι ο κόσμος υποφέρει σήμερα κυρίως από έλλειψη αδελφοσύνης: «Ο κόσμος είναι άρρωστος. Η αρρώστια του έγκειται λιγότερο στην αποψίλωση των φυσικών πλουτοπαραγωγικών πηγών ή την εκμετάλλευσή τους από μερικούς, και περισσότερο στην έλλειψη αδελφοσύνης μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ των λαών» (Populorum progressio 1967, n. 66).

Η προσοχή προς τον άλλο επιφέρει το να επιθυμούμε γι’ αυτόν ή γι’ αυτήν το καλό από κάθε άποψη: φυσική, ηθική και πνευματική. Η σύγχρονη κουλτούρα φαίνεται να έχει χάσει την έννοια του καλού και του κακού, ενώ χρειάζεται να επιβεβαιώσουμε δυναμικά πως το καλό υπάρχει και νικά, επειδή ο Θεός είναι «καλός και κάνει το καλό» (Ψλ 119,68). Το καλό είναι εκείνο που διεγείρει, υπερασπίζει και προάγει τη ζωή, την αδελφοσύνη και την κοινωνία. Η υπευθυνότητα προς τον πλησίον σημαίνει λοιπόν να θέλω και να κάνω το καλό προς τον άλλο, επιθυμώντας να ανοιχτεί και εκείνος στη λογική του καλού. Ενδιαφέρομαι για τον αδελφό, σημαίνει ότι ανοίγω τα μάτια μου στις ανάγκες του. Η Αγία Γραφή μας προειδοποιεί για τον κίνδυνο να έχουμε μια σκληρή καρδιά εξαιτίας ενός είδους «πνευματικής αναισθησίας» που μας καθιστά τυφλούς εμπρός στα βάσανα του άλλου. Ο ευαγγελιστής Λουκάς μας αναφέρει δυο παραβολές του Ιησού που μας υποδεικνύουν δυο παραδείγματα αυτής της κατάστασης που μπορεί να δημιουργηθεί στην ανθρώπινη καρδιά. Στην παραβολή του καλού Σαμαρείτη, ο ιερέας και ο λευίτης «προσπερνούν» με αδιαφορία εκείνο τον άνθρωπο που οι ληστές έκλεψαν και πλήγωσαν (Λκ 10,30-32) και σ’ εκείνη του χορτασμένου πλούσιου, που πλήρης από τα αγαθά του δεν αντιλαμβάνεται την κατάσταση του φτωχού Λάζαρου που πεθαίνει από πείνα μπροστά στην πόρτα του (Λκ 16,19). Και στις δυο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με το αντίθετο προς το «ας δείξουμε προσοχή», ας κοιτάξουμε με αγάπη και συμπόνια. Τι είναι εκείνο που εμποδίζει αυτό το βλέμμα το γεμάτο ανθρωπιά και αγάπη προς τον αδελφό; Συχνά είναι ο υλικός πλούτος και ο κορεσμός, αλλά και το ότι δίνουμε προτεραιότητα στα προσωπικά μας συμφέροντα και στις δικές μας ανησυχίες. Οφείλουμε να μη φτάσουμε ποτέ στο σημείο να είμαστε ανίκανοι να δείξουμε ευσπλαχνία προς όποιον υποφέρει. Ποτέ δεν πρέπει να είναι η καρδιά μας τόσο συνεπαρμένη από τα δικά μας πράγματα και προβλήματα, ώστε να γίνει κουφή στην κραυγή του φτωχού. Απεναντίας, η ταπεινοσύνη της καρδιάς και η προσωπική εμπειρία του πόνου μπορούν να αποδειχτούν πηγή για να ξυπνήσουμε εσωτερικά στη συμπάθεια και την εμπάθεια: «Ο δίκαιος αναγνωρίζει το δικαίωμα των δυστυχισμένων, ενώ ο κακός δεν καταλαβαίνει τίποτα» (Πρμ 29,7). Γίνεται κατανοητός έτσι, ο μακαρισμός «εκείνων που κλαίνε» (Μτ 5,4), δηλαδή όσων μπορούν να βγουν από τον εαυτό τους και να συγκινηθούν από τον πόνο του άλλου. Η συνάντηση με τον άλλο και το άνοιγμα της καρδιάς μας προς τις ανάγκες του είναι ευκαιρία που μας προσφέρεται για σωτηρία και μακαριότητα.

Η «προσοχή» προς τον αδελφό μας εμπεριέχει επίσης τη φροντίδα για το πνευματικό του καλό. Και εδώ επιθυμώ να υπενθυμίσω μια άποψη της χριστιανικής ζωής που μου φαίνεται ότι έχει πέσει σε λήθη: η αδελφική διόρθωση ενόψει της αιώνιας σωτηρίας. Γενικά, σήμερα, είμαστε αρκετά ευαίσθητοι στη φροντίδα και στην ελεημοσύνη για το φυσικό και υλικό καλό των άλλων, αλλά σιωπούμε τελείως όσον αφορά την πνευματική ευθύνη προς τους αδελφούς μας. Δεν ήταν έτσι στην πρώτη Εκκλησία και στις κοινότητες που είχαν φτάσει πραγματικά στην ωριμότητα της πίστεως, στις οποίες φρόντιζαν όχι μόνο τη σωματική υγεία του αδελφού, αλλά και εκείνη της ψυχής του για τον τελικό του προορισμό. Διαβάζουμε στην Αγία Γραφή: «Μάλωσε τον σοφό και θα σου είναι ευγνώμων. Δώσε του συμβουλές και θα γίνει ακόμα σοφότερος. Δίδαξε τον δίκαιο και θα αυξήσει τις γνώσεις του» (Πρμ 9,8ε). Και ο Χριστός μας διατάζει να επιτιμούμε τον αδελφό που αμαρτάνει (Μτ 18,15). Το ρήμα που χρησιμοποιείται για την αδελφική διόρθωση –ελέγχω- είναι το ίδιο που αναφέρεται στην προφητική αποστολή που έχουν οι χριστιανοί να καταγγέλλουν τη γενεά που επιδίδεται στο κακό (Εφ 5,11).  Η παράδοση της Εκκλησίας κατέταξε μεταξύ των έργων της πνευματικής ευσπλαχνίας το να «διορθώνουμε τους αμαρτωλούς». Είναι ανάγκη να ανακτήσουμε και πάλι αυτή τη διάσταση της χριστιανικής αγάπης. Δεν πρέπει να σιωπούμε μπροστά στο κακό. Αναφέρομαι εδώ στη στάση εκείνων των χριστιανών που, από ανθρώπινο σεβασμό ή επειδή απλώς βολεύει, προσαρμόζονται στην κοινή νοοτροπία, αντί να θέσουν σε επιφυλακή τους αδελφούς τους από τον τρόπο σκέψης και δράσης που είναι αντίθετες στην αλήθεια και δεν ακολουθούν τον δρόμο του καλού. Όμως, η χριστιανική επίπληξη, δεν εμπνέεται ποτέ από το πνεύμα της καταδίκης η της κατηγορίας. Προέρχεται πάντοτε από την αγάπη και την ευσπλαχνία και πηγάζει από το αληθινό  ενδιαφέρον για το καλό του αδελφού. Ο απόστολος Παύλος βεβαιώνει: «Αν κάποιος βρεθεί να κάνει κάποιο παράπτωμα, εσείς που έχετε το Πνεύμα να τον διορθώνετε με πραότητα. Προσέχετε μόνο να μην παρασυρθείτε κι εσείς από τον πειρασμό» (Γαλ 6,1). Μέσα στον κόσμο μας τον διαποτισμένο από τον ατομικισμό είναι ανάγκη να ανακαλύψουμε και πάλι τη σπουδαιότητα της αδελφικής διόρθωσης για να βαδίσουμε μαζί  προς την αγιότητα. Ακόμα και ο δίκαιος «πέφτει επτά φορές» (Πρμ 24,16), λέει η Γραφή και όλοι είμαστε αδύναμοι και ελλιπείς (βλ.1 Ιω 1,8). Οπότε είναι μια σπουδαία διακονία να βοηθήσουμε και να αφήσουμε να μας βοηθήσουν προκειμένου να δούμε με αλήθεια τον εαυτό μας, για να καλυτερέψουμε τη ζωή μας και να προχωρήσουμε σωστότερα στον δρόμο του Κυρίου. Υπάρχει πάντοτε η ανάγκη ενός βλέμματος που αγαπά και διορθώνει, που γνωρίζει και αναγνωρίζει, που διακρίνει και συγχωρεί (Λκ 22,61), όπως έκαμε και κάνει ο Θεός με τον καθένα από μας.

  1. 2.«Ο ένας προς τον άλλο»: το δώρο της αμοιβαιότητας.

Αυτή η «φροντίδα» προς τους άλλους έρχεται σε αντίθεση με μια νοοτροπία που μειώνοντας τη ζωή μόνο στην επίγεια διάστασή της, δεν τη θεωρεί στην εσχατολογική της προοπτική και δέχεται οποιαδήποτε ηθική επιλογή στο όνομα της ατομικής ελευθερίας. Μια κοινωνία σαν τη σημερινή μπορεί να αποβεί κουφή τόσο στον φυσικό πόνο, όσο στις πνευματικές και ηθικές ανάγκες της ζωής. Δεν πρέπει, όμως, να είναι έτσι μέσα στη χριστιανική κοινότητα! Ο Απόστολος Παύλος προσκαλεί να αναζητήσουμε ό,τι οδηγεί στην «ειρήνη και στην αμοιβαία οικοδομή» (Ρωμ 14,19), ωφελώντας τον «πλησίον στο καλό, για την οικοδομή του» (Ρωμ 15,2), χωρίς να αναζητούμε το συμφέρον μας, «αλλά εκείνο των πολλών, ώστε να φτάσουν στη σωτηρία» (1 Κορ 10,33). Αυτή η αμοιβαία διόρθωση και προτροπή, μέσα σε πνεύμα ταπεινοσύνης και αγάπης, πρέπει να είναι μέρος της ζωής της χριστιανικής κοινότητας.

Οι μαθητές του Κυρίου, ενωμένοι με τον Χριστό μέσω της Ευχαριστίας, ζουν σε μια κοινωνία που δένει τον ένα με τον άλλο, ως μέλη του ενός μόνον σώματος. Αυτό σημαίνει ότι ο άλλος μου ανήκει, η ζωή του, η σωτηρία του αφορούν τη δική μου ζωή και τη δική μου σωτηρία. Εδώ αγγίζουμε ένα στοιχείο κοινωνίας πολύ βαθύ: η ύπαρξή μας συσχετίζεται με εκείνη των άλλων, τόσο στο καλό, όσο και στο κακό. Τόσο η αμαρτία, όσο και τα έργα αγάπης έχουν επίσης μια κοινωνική διάσταση. Μέσα στην Εκκλησία, Μυστικό σώμα του Χριστού, επαληθεύεται αυτή η αμοιβαιότητα: η κοινότητα δεν παύει να μετανοεί και να ζητά συγγνώμη για τις αμαρτίες των παιδιών της, αλλά χαίρεται επίσης συνεχώς και με αγαλλίαση για τις μαρτυρίες αρετής και αγάπης που εκδηλώνονται σ’ αυτήν. «Τα διάφορα μέλη να φροντίζουν τα μεν για τα δε» (1 Κορ 12,25), διακηρύττει ο Απόστολος Παύλος, είμαστε ένα και το αυτό σώμα. Η αγάπη προς τους αδελφούς, μια έκφραση της οποίας είναι η ελεημοσύνη –τυπικό έργο της Τεσσαρακοστής μαζί με την προσευχή και τη νηστεία- έχει τις ρίζες της σ’ αυτή την κοινή ένταξη. Και στη συγκεκριμένη φροντίδα για τους πιο φτωχούς ο κάθε χριστιανός μπορεί να εκφράζει τη συμμετοχή του στο μοναδικό σώμα που είναι η Εκκλησία. Η προσοχή προς τους άλλους μέσα στην αμοιβαιότητα είναι η αναγνώριση του καλού που ο Κύριος πραγματοποιεί σ’ αυτούς και η ευχαριστία μαζί τους για τα θαύματα της χάρης που ο καλός και παντοδύναμος Θεός συνεχίζει να ενεργεί στα παιδιά του. Όταν ένας χριστιανός διακρίνει στον άλλο την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δεν μπορεί παρά να χαρεί και να αποδώσει δόξα στον ουράνιο Πατέρα (βλ. Μτ 5,16).

  1. 3.«Προκαλώντας έτσι την αγάπη και τα καλά έργα»: βαδίζουμε μαζί στην αγιότητα.

Αυτή η έκφραση της Επιστολής προς Εβραίους (10,24) μας ωθεί να θεωρήσουμε τη γενική κλήση στην αγιοσύνη, τη συνεχή πορεία στην πνευματική ζωή, να φιλοδοξούμε να φτάσουμε στα πιο μεγάλα χαρίσματα και σε μια αγάπη όλο και πιο υψηλή και πιο γόνιμη (βλ. 1 Κορ 12,31-13,13). Η αμοιβαία προσοχή έχει ως σκοπό την αμοιβαία ώθηση προς μια πραγματική αγάπη όλο και μεγαλύτερη, «σαν το φως της αυγής, που η λάμψη του αυξάνει ως το μεσημέρι» (Πρμ 4,18), αναμένοντας να ζήσουμε την ανέσπερη ημέρα στον Θεό. Ο καιρός που μας δίνεται στη ζωή μας είναι πολύτιμος για να ανακαλύψουμε και να πράξουμε έργα αγαθά, μέσα στην αγάπη του Θεού. Έτσι η ίδια η Εκκλησία αυξάνει και αναπτύσσεται για να φτάσει στην πλήρη ωριμότητα του Χριστού (βλ. Εφ 4,13). Σ’ αυτή τη δυναμική προοπτική ανάπτυξης τοποθετείται και η παραίνεσή μας να προωθήσουμε ο ένας τον άλλο για να φτάσουμε στην πληρότητα της αγάπης και των καλών  έργων.

Δυστυχώς υπάρχει πάντα ο πειρασμός της χλιαρότητας, της ασφυξίας του Πνεύματος, της άρνησης να «επεξεργαστούμε τα τάλαντα» που μας δόθηκαν για το δικό μας καλό και εκείνο των άλλων (βλ. Μτ 25,25ε). Όλοι δεχτήκαμε πνευματικά ή υλικά πλούτη χρήσιμα για να επιτελέσουμε το θεϊκό σχέδιο, για το καλό της Εκκλησίας και για την προσωπική σωτηρία (βλ. Λκ 12,21. 1 Τιμ 6,18). Οι πνευματικοί διδάσκαλοι μάς υπενθυμίζουν πως στη ζωή της πίστης όποιος δεν προχωρεί πάει πίσω.

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, ας δεχτούμε το πάντα επίκαιρο κάλεσμα να τείνουμε προς το «υψηλό μέτρο της χριστιανικής ζωής» (Ιωάννης-Παύλος II, Novo millennio ineunte [2001], αρ. 31). Η σοφία της Εκκλησίας στην αναγνώριση και διακήρυξη της μακαριότητας και της αγιοσύνης κάποιων  υποδειγματικών χριστιανών, έχει ως σκοπό να ξυπνήσει και σε μας την επιθυμία να μιμηθούμε τις αρετές τους. Ο Απ. Παύλος μας προτρέπει: «Να συναγωνίζεσθε στην αλληλοεκτίμηση» (Ρωμ 12,10).

Μπροστά σε έναν κόσμο που απαιτεί από τους χριστιανούς μια ανανεωμένη μαρτυρία αγάπης και πιστότητας προς τον Κύριο, όλοι ας αισθανθούμε την επείγουσα ανάγκη να ενεργοποιηθούμε στον συναγωνισμό της αγάπης, της διακονίας και των καλών έργων (βλ. Εβρ 6,10). Αυτή η πρόσκληση είναι ιδιαίτερα ισχυρή κατά την αγία περίοδο της προετοιμασίας για το Πάσχα. Με την ευχή για μια άγια και γόνιμη Τεσσαρακοστή, σας εμπιστεύομαι στη μεσιτεία της Μακαρίας Αειπαρθένου Μαρίας και από καρδιάς χορηγώ σε όλους την Αποστολική Ευλογία.

Βατικανό, 3 Νοεμβρίου 2011

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ XVI, πάπας

2011-2015 © Saniccolo.gr | Web Design & Support is offered.